Η ΤΡΙΑΔΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΩΣ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ Της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
Η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για τις εικόνες1, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τους εικονόφιλους πατέρες του Η' και Θ' αιώνα και όπως διατυπώθηκε από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, συνδέεται άρρηκτα με την προγενέστερη θεολογική παράδοση της Εκκλησίας και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης θεολογίας της. Στα δογματικά έργα του ο Μ. Βασίλειος αναφερόμενος στην έννοια της εικόνας και ειδικότερα στον τρόπο υπάρξεώς της τη διακρίνει θεμελιωδώς σε «φυσική» η «γεννητή»5 και σε «τεχνητή» η «κατά μίμησιν»6. Αποδίδοντας άλλωστε τριαδολογική σημασία στον βιβλικό χαρακτηρισμό του Υιού «ως εικόνος του Θεού του αοράτου»7συσχετίζει τη φυσική ενδοτριαδική εικόνα τόσο με το ενδοτριαδικό πρωτότυπό της όσο και με την τεχνητή εικόνα και επισημαίνει με σαφήνεια την οντολογική διαφοροποίηση της άκτιστης ενδοτριαδικής εικόνας από την κτιστή τεχνητή εικόνα. «Νοείν δε εικόνα του Θεού του αοράτου»,σημειώνει χαρακτηριστικά, «ου κατά τας τεχνητάς ταύτας ύστερον απεργασθείσαν προς το πρωτότυπον, αλλά συνυπάρχουσαν και παρυφεστηκυΐαν τω πρωτοτύπω υποστήσαντι, τω είναι το αρχέτυπον, ούσαν, ουκ εκτυπωθείσαν δια μιμήσεως, ώσπερ εν σφραγίδι τινι της όλης φύσεως του Πατρός εναποσημανθείσης τω Υιώ»8. Εδώ ο Μ. Βασίλειος υποδηλώνει όχι μόνο τον αΐδιο χαρακτήρα της φυσικής ενδοτριαδικής εικόνας αλλά και την απόλυτη ταυτότητα της ουσίας της με εκείνη του ενδοτριαδικού πρωτοτύπου. Μάλιστα τόσο τον αΐδιο χαρακτήρα όσο και την όλη ταυτότητα της ενδοτριαδικής εικόνας τη θεμελιώνει ο Μ. Βασίλειος στον τρόπο υπάρξεως αυτής της εικόνας. «Γεννητώς υπάρχων εκ του Πατρός ο Υιός», παρατηρεί, «και φυσικώς εκτυπών εν εαυτώ τον Πατέρα, ως μεν εικών το απαράλλακτον έχει, ως δε γέννημα το ομοούσιον διασώζει»9. Με άλλα λόγια, αφού το πρωτότυπο της ενδοτριαδικής εικόνας είναι κατά φύση Θεός, και ο Υιός, η εικόνα και το «απαύγασμα της δόξης»10 του ενδοτριαδικού πρωτοτύπου, είναι Θεός κατά την ουσία του. Ο Υιός είναι η φυσική, ζωντανή και σε ύψιστο βαθμό όμοια, απαράλλακτη εικόνα του Θεού Πατέρα, η οποία φέρει μέσα της ολόκληρη την παρουσία του, γι' αυτό και ταυτίζεται εξολοκλήρου με αυτόν κατά την ουσία και την αΐδια ζωή11. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η λέξη «εικόνα» αποτελεί θεολογικό όρο, που αναφέρεται στη θεία φύση και εκφράζει το ομοούσιο και την ενότητα της θεότητας. «Ο της εικόνος λόγος θεοπρεπώς παραδεχθείς», σημειώνει διευκρινιστικώς ο Μ. Βασίλειος, «την ενότητα ημίν παρίστησι της θεότητος. Ούτος γάρ εν εκείνω, κακείνος εν τούτω...Εις ουν Θεός, επειδή δι' αμφοτέρων εν είδος θεωρείται ολοκλήρως εν αμφοτέροις δεικνύμενον»12. Η έννοια επομένως της φυσικής εικόνας, όπως άλλωστε και η έννοια του Υιού, υποδηλώνει την «κατ' ουσίαν» σχέση του Λόγου με το Θεό Πατέρα και την εξ αυτού ως αιτίας προέλευσή του. Στην Τριαδολογία του Μ. Βασιλείου, όπως αυτή αναπτύσσεται κατά του Ευνομίου, τόσο το όνομα Υιός σε σχέση με το όνομα Πατέρας όσο και το όνομα φυσική εικόνα σε σχέση με το όνομα πρωτότυπο η αρχέτυπο φανερώνει την αιτιώδη σχέση του Υιού με τον Πατέρα και δεν έχει την έννοια του αξιοκρατικά ανώτερου η κατώτερου ούτε την έννοια του χρονικά προηγούμενου η επόμενου, όπως υποστήριζε ο Ευνόμιος, αλλά την έννοια της απόλυτης ταυτότητας των προσώπων αυτών κατά την ουσία τους13. Αν αυτά που είπαμε έως εδώ συγκροτούν συνοπτικώς τη θεολογία του Μ. Βασιλείου για τη σχέση της ενδοτριαδικής εικόνας με το πρωτότυπό της, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Πως έκαναν οι πατέρες τη μετάβαση από τη θεολογία της φυσικής ενδοτριαδικής εικόνας στη θεολογία της τεχνητής εικόνας της Εκκλησίας; Και ακόμη ειδικότερα, ποια είναι τα γνωρίσματα εκείνα της τεχνητής εικόνας που επιτρέπουν αυτή τη μετάβαση και εφαρμογή της θεολογίας της φυσικής εικόνας στην τεχνητή εικόνα; Όλοι οι εικονόφιλοι πατέρες βλέπουν το κλειδί για την εφαρμογή της θεολογίας της φυσικής εικόνας στην τεχνητή στο εξής σημείο: Η φυσική ενδοτριαδική εικόνα και η τεχνητή εικόνα έχουν ένα θεμελιώδες κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Αυτό είναι η ομοιότητα με το πρωτότυπο που εικονίζουν. Η ομοιότητα αυτή συνιστά και το θεμέλιο της εικονικής σχέσης τους. Βέβαια το κοινό αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα δεν ταυτίζεται απόλυτα κατά το περιεχόμενο στα δυο βασικά είδη της εικόνας. Συγκεκριμένα η ομοιότητα με το πρωτότυπο στη μιμητική εικόνα είναι τεχνητή, αποτελεί έκφραση της εικαστικής τέχνης, που αναφέρεται στα εξωτερικά, ορατά χαρακτηριστικά της υποστάσεως του πρωτοτύπου. Στην τεχνητή εικόνα ο εικονιζόμενος και η εικόνα του αποτελούν μια πραγματικότητα κατά την υποστατική ομοιότητα. Εικόνα και εικονιζόμενος ταυτίζονται κατά την υπόσταση. Την ταύτιση αυτή την πιστοποιεί η ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα στην εικόνα και το πρωτότυπό της14. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η ομοιότητα της εικόνας και του εικονιζόμενου προσώπου αποτελεί τον όρο υπάρξεως της εικόνας15.
Αλλά, ενώ στην τεχνητή εικόνα ο κοινός τόπος με το πρωτότυπό της είναι η ομοιότητα και η ταυτότητα της μορφής που εικονίζεται, εκείνο που ενοποιεί τη φυσική ενδοτριαδική εικόνα με το ενδοτριαδικό πρωτότυπό της είναι, όπως είπαμε ήδη, η μια και η αυτή ουσία τους. Η ομοιότητα της φυσικής εικόνας προς το πρωτότυπό της αναφέρεται στην ουσία του εικονιζόμενου πρωτοτύπου και υποδηλώνει την «κατ' ουσίαν» σχέση εικόνας και πρωτοτύπου. Παράλληλα παραμένει πάντοτε σαφής η οντολογική διαφοροποίηση του προσώπου του πρωτοτύπου από το πρόσωπο της εικόνας του. Άλλο δηλαδή είναι το πρόσωπο της φυσικής εικόνας και άλλο το πρόσωπο του πρωτοτύπου της. «Ώστε κατά μεν την ιδιότητα των προσώπων, είς και είς»,παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, «κατά δε το κοινόν της φύσεως, έν οι αμφότεροι (ενν. ο Πατήρ και ο Υιός). Πως ούν, είπερ είς και είς, ουχί δύο Θεοί»; Και επεξηγεί. «Ότι βασιλεύς λέγεται και η του βασιλέως εικών, και ου δύο βασιλείς16. Ούτε γαρ το κράτος σχίζεται, ούτε η δόξα διαμερίζεται. Ως γάρ η κρατούσα ημών αρχή και εξουσία μία, ούτω και η παρ' ημών δοξολογία μία και ου πολλαί, διότι η της εικόνας τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει. Ό ουν εστιν ενταύθα μιμητικώς η εικών, τούτο εκεί φυσικώς ο Υιός. Και ώσπερ επί των τεχνικών κατά την μορφήν η ομοίωσις, ούτως επί της θείας και ασυνθέτου φύσεως, εν τη κοινωνία της θεότητος εστίν η ένωσις»17.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη τριαδολογική και χριστολογική έννοια του κειμένου αυτού θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως το κείμενο έχει σαφώς και εικονολογικό περιεχόμενο18, το οποίο άλλωστε αξιοποιήθηκε και από τους εικονολόγους θεολόγους του Η' και Θ' αιώνα για τη θεολογική κατοχύρωση των τεχνητών εικόνων της Εκκλησίας. Από το κείμενο αυτό είναι προφανές ότι η εικονική σχέση, που υπάρχει ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα, συσχετίζεται με την εικονική σχέση, η οποία υφίσταται ανάμεσα στην εικαστική (τεχνητή) παράσταση του Χριστού και στον ίδιο το Χριστό. Ο παραπάνω συσχετισμός ανάμεσα στα δύο ζεύγη (Υιός - Πατέρας, εικόνα Χριστού - Χριστός) αποσαφηνίζεται με ένα παράδειγμα, που παίρνει ο Μ. Βασίλειος από τη σύγχρονή του κοσμική πραγματικότητα, το παράδειγμα του βασιλιά, και της εικόνας του. Η τιμή που αποδίδεται στην εικόνα του βασιλιά διαβαίνει στον ίδιο το βασιλιά επειδή δεν πρόκειται για δύο βασιλείς αλλά για ένα και τον ίδιο βασιλιά. Και όπως η εικονική σχέση ως σχέση ομοιότητας «κατά την μορφήν»ενοποιεί σε μια πραγματικότητα τον βασιλιά και την εικόνα του, έτσι και η εικονική σχέση ομοιότητας ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό ενοποιεί τα δύο θεία πρόσωπα («έν οι αμφότεροι») «κατά το κοινόν της φύσεως». Γι' αυτό και στις δύο περιπτώσεις, του κτιστού και του ακτίστου, η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπό της. Βέβαια πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Μ. Βασίλειος έχει ως πρόθεση να εκφράσει τη σχέση του Υιού ως φυσικής εικόνας με το Θεό Πατέρα. Τη σχέση όμως αυτή την εκφράζει με το παράδειγμα του βασιλιά και της εικόνας του, χρησιμοποιεί δηλαδή την τεχνητή εικόνα του αυτοκράτορα προκειμένου να διαβεβαιώσει την θεολογική αλήθεια της Εκκλησίας, ότι η τιμή που αποδίδεται στον Υιό - την εικόνα του Θεού του αοράτου - μεταβαίνει στο πρωτότυπό του, το Θεό Πατέρα. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.
Έχει υποστηριχθεί από τους Δυτικούς ερευνητές ότι στη συνάφεια του κειμένου γίνεται λόγος για τεχνητή εικόνα του βασιλιά όχι όμως και τεχνητή εικόνα της Εκκλησίας19 Τούτο βέβαια δεν αληθεύει, επειδή στο ίδιο κείμενο γίνεται λόγος και για τεχνητή εικόνα του Χριστού: «Ό ούν εστιν ενταύθα μιμητικώς η εικών, τούτο εκεί φυσικώς ο Υιός», σημειώνει ο Μ. Βασίλειος. Πέρα από την εσωτερική αυτή μαρτυρία του κειμένου, έχουμε τη γνώμη ότι και μόνο με τη χρήση του παραδείγματος του βασιλιά και της εικόνας του ο Μ. Βασίλειος έμμεσα νομιμοποιεί τη χρήση των τεχνητών εικόνων της Εκκλησίας. Και ενώ είναι βέβαιο ότι στο κείμενο δεν γίνεται λόγος για χριστιανική τιμή των εικόνων20, έχουμε τη γνώμη πως και η τιμή αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα για το λόγο και μόνον ότι η Εκκλησία δεν είχε εκφραστεί νωρίτερα για τη μετάβαση της τιμής αυτής από την εικόνα στο ίδιο το εικονιζόμενο πρόσωπο. Το βέβαιο είναι πάντως ότι το κείμενο του Μ. Βασιλείου αφήνει αβίαστα να διαφανεί ότι η κάθε εικόνα - φυσική η τεχνητή - παραπέμπει και αναφέρει στο πρωτότυπό της. Και ακόμη ότι η συνεχής αυτή παραπομπή και αναφορά της εικόνας θεμελιώνεται στην ομοιότητά της με το πρωτότυπο που εικονίζει.
Το παραπάνω χωρίο του Μ. Βασιλείου - που το επικαλείται ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, και το επαναλαμβάνουν όλοι οι εικονόφιλοι πατέρες21 - γίνεται ο πυρήνας της δογματικής διδασκαλίας της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου για τις εικόνες της Εκκλησίας. Και ο πυρήνας αυτός συγκεκριμενοποιείται στη σχέση εικόνας και πρωτοτύπου, που είναι σχέση αναγωγής και αναφοράς της εικόνας προς το πρωτότυπο. Η αναφορά της εικόνας ως διάβαση προς το πρωτότυπο γίνεται «κλειδί» για την κατανόηση της αλήθειας της εικόνας22, ενώ παράλληλα αποτελεί το θεμέλιο της όλης δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας για τις εικόνες της. Χωρίς την αναφορά αυτή οι εικόνες αυτονομούνται, οπότε τιμώμενες και προσκυνούμενες ειδωλοποιούνται, και έτσι δικαιώνονται οι Εικονομάχοι. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, ενώ ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από το χώρο της τέχνης για να το εφαρμόσει στη θεολογία των ενδοτριαδικών σχέσεων, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ξεκινά πρώτος από τη θεολογία αυτή των ενδοτριαδικών σχέσεων και με γέφυρα το ίδιο παράδειγμα εφαρμόζει τη σχέση αυτή στο χώρο της τέχνης, και ειδικότερα στις τεχνητές εικόνες της Εκκλησίας23. Πάντως με τη μεταφορά του τριαδολογικού αυτού χωρίου του Μ. Βασιλείου από τους εικονόφιλους πατέρες στη θεολογία των τεχνητών εικόνων η σχέση αναφοράς της εικόνας προς το πρωτότυπό της αποκτά σαφώς τριαδολογικό υπόβαθρο.
Όταν οι Εικονομάχοι κατά τη δεύτερη φάση της Εικονομαχίας αμφισβήτησαν την απόφαση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου που έδινε τη θεολογική νομιμότητα για την εφαρμογή του περίφημου χωρίου του Μ. Βασιλείου στις τεχνητές εικόνες της Εκκλησίας με το σκεπτικό ότι το χωρίο αυτό αφορούσε πρωτογενώς τη φυσική εικόνα του ενδοτριαδικού πρωτοτύπου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης υπενθύμισε στους Εικονομάχους ότι ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποίησε το παράδειγμα του βασιλιά και της εικόνας του - ξεκίνησε δηλαδή από την τεχνητή εικόνα - για να εκφράσει την κατά φύση ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού. Το γεγονός αυτό νομιμοποιεί κατά το άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη και την ανάστροφη εκκίνηση. Η σχέση αναφοράς δηλαδή, που ισχύει στην ενδοτριαδική εικόνα προς το πρωτότυπό της, μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως υπόδειγμα για να εκφράσει την αναφορά της τιμής των τεχνητών εικόνων προς τα πρωτότυπά τους24.
Αλλά αν η τιμή και η προσκύνηση της τεχνητής εικόνας αναφέρεται και διαβαίνει άμεσα στο εικονιζόμενο πρωτότυπό της, έμμεσα αναφέρεται στον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά και την αιτία της προσκυνήσεως αυτής, «η γαρ εις τους αγίους αυτού τιμή εις αυτόν ανατρέχει»25, παρατηρούν οι πατέρες της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Μέσα στο πνεύμα της αναφοράς της τιμής των αγίων στον Τριαδικό Θεό κατανοείται και η υπόδειξη του Μ. Βασιλείου για την εικονογράφηση του Χριστού σε κάθε επιμέρους εικονογραφική σύνθεση. «Εγγραφέσθω τω πίνακι», παρατηρεί, «και ο των παλαισμάτων αγωνοθέτης Χριστός»26. Η εικόνα του «αγωνοθέτου Χριστού», ο οποίος στεφανώνει το μάρτυρα, ολοκληρώνει νοηματικά και θεολογικά την εικονογράφηση του αγίου, γιατί φανερώνει και τον τελικό αποδέκτη της τιμής, η οποία αποδίδεται στον άγιο από τους πιστούς. Έτσι η τιμή της εικόνας του αγίου αναφέρεται στο πρωτότυπό της και μέσω του εικονιζόμενου αγίου στο Χριστό, - τον ένα της Τριάδος, που αποτελεί και το ενδοτριαδικό πρωτότυπο του «κατ' εικόνα» - ο οποίος ως φυσική εικόνα ανάγει - κατά τον Μ. Βασίλειο - την προς αυτόν τιμή στο ενδοτριαδικό πρωτότυπό του, το Θεό Πατέρα. Με τον τρόπο αυτό η εικόνα λειτουργεί ως οδός που οδηγεί τους πιστούς σε ζωντανές προσωπικές σχέσεις με τα ίδια τα εικονιζόμενα πρόσωπα και με τον ίδιο το Χριστό και κατ' επέκταση με τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό. Λειτουργώντας η εικόνα ως οδός προς τα εικονιζόμενα πρόσωπα φαίνεται να υπερβαίνεται27, στην πραγματικότητα όμως γίνεται η ίδια και «χώρος» πραγματικής κοινωνίας με τα εικονιζόμενα, αφού αυτά είναι χαρισματικώς παρόντα σ' αυτήν μέσω της παρούσας άκτιστης θεοποιού χάριτός τους, η οποία είναι αυτή η ίδια η θεοποιός χάρη του Τριαδικού Θεού28.
Βεβαίως από τη φύση του προσκυνητός είναι μόνο ο Θεός. Οι άγιοι και ως πρωτότυπα είναι προσκυνητοί και τιμώνται όχι καθεαυτοί αλλά μόνον ως μέτοχοι του Θεού, «ως του φύσει Θεού μέτοχοι ούτως εισί προσκυνητοί», σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ουχί φύσει αλλ' ως τον φύσει προσκυνητόν εν εαυτοίς έχοντες»29. Η τιμή προς τους αγίους απορρέει από τη σχέση τους με το Θεό, γι' αυτό και η προσκύνησή τους χαρακτηρίζεται ως «κατά σχέσιν» προσκύνηση30.
Αξιοποιώντας την επιγραμματική ρύση του Μ. Βασιλείου: «δι' εικόνος η γνώσις του αρχετύπου γίνεται, συγκρινόντων ημών δηλονότι την εν εκατέρω ταυτότητα»31, που αναφέρεται στη γνώση του Θεού Πατέρα ως ενδοτριαδικού πρωτοτύπου του Υιού, ο ιερός Νικηφόρος Κων/πόλεως μιμούμενος ανάλογη ενέργεια του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, που ήδη μνημονεύσαμε, προσδίδει γνωσιολογική σημασία και στις τεχνητές εικόνες της Εκκλησίας32. Η συλλογιστική που αναπτύσσεται με βάση τη θεολογία της Εκκλησίας για τις εικόνες είναι η εξής: Είτε πρόκειται για το άκτιστο, το πρωτότυπο της φυσικής ενδοτριαδικής εικόνας, είτε πρόκειται για το κτιστό, το πρωτότυπο της τεχνητής εικόνας, το πρωτότυπο γνωρίζεται από την εικόνα του, η οποία από ορισμού της παραπέμπει και ανάγει σ' αυτό. Εξαιτίας της αναφοράς της στο πρωτότυπο η εικόνα λειτουργεί ως πρόσκληση μετοχής στην πραγματικότητα του πρωτοτύπου, ως πρόσκληση για άμεσο διάλογο και προσωπική σχέση με το εικονιζόμενο πρόσωπο. Η ανταπόκριση των πιστών στην πρόσκληση της εικόνας για σχέση κοινωνίας με το πρόσωπο που εικονίζεται γίνεται γι' αυτούς μετοχή προσωπικής εμπειρίας του πρωτοτύπου. Αυτή ακριβώς η προσωπική βιωματική εμπειρία του πιστού ως μετοχή στην παρουσία του πρωτοτύπου στοιχειοθετεί το περιεχόμενο της γνωσιολογικής λειτουργίας της εικόνας, αφού πάντοτε η γνώση στα πλαίσια της Εκκλησίας - και σύμφωνα με τη σύνολη πατερική παράδοση - νοείται ως προσωπική μετοχή και εμπειρία. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η γνωστική εμπειρία των εικονιζόμενων πρωτοτύπων προϋποθέτει την κοινωνία των πιστών στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, όπου ανήκουν οργανικά τα εικονιζόμενα πρόσωπα, ενώ η συνεχής πρόσκληση των εικόνων για αναφορά στα πρωτότυπά τους καλλιεργεί τη ζωντανή κοινωνία της στρατευμένης με τη δοξασμένη εν ουρανοίς Εκκλησία. Η ζωντανή αυτή κοινωνία των μελών της Εκκλησίας με τον Τριαδικό Θεό και μεταξύ τους αποτελεί τον απώτερο σκοπό της όλης δογματικής διδασκαλίας για την εικόνα, της οποίας η ύπαρξη, όπως είδαμε, ανάγεται από τον Μ. Βασίλειο στην ενδοτριαδική θεία ζωή, ενώ η χρήση της έχει ως θεολογικό υπόβαθρο τις αΐδιες ενδοτριαδικές σχέσεις. Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η θεολογία για την τεχνητή εικόνα δεν είναι αυτονομημένη και ανεξάρτητη, αποκομμένη δηλαδή από την υπόλοιπη θεολογία της Εκκλησία;, αλλά ότι, ενώ θεμελιώνεται στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, συνδέεται άρρηκτα με την τριαδολογική διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη σχέση της φυσικής ενδοτριαδικής εικόνας προς το ενδοτριαδικό πρωτότυπό της. Επιγραμματικά θα λέγαμε επομένως ότι το θεολογικό υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας για την τεχνητή εικόνα είναι όχι μόνον χριστολογικό αλλά και τριαδολογικό, πράγμα που προσδίδει ιδιάζουσα σημασία στην τεχνητή εικόνα και ειδικότερα στη χρήση της μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου